Περίληψη
Αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι η Κλινική Ψυχολογία, εφαρμοσμένος κλάδος της Ψυχολογίας. Ειδικότερα, θα παρατεθούν οι ορισμοί που έχουν επιχειρηθεί για το συγκεκριμένο κλάδο. Επίσης, θα παρουσιαστούν οι πιο σημαντικοί εκπρόσωποι και το ιστορικό γίγνεσθαι του κλάδου. Εν συνεχεία, θα αναλυθεί το αντικείμενο μελέτης του κλάδου και τα ερευνητικά δεδομένα που υπάρχουν. Ο ρόλος του Κλινικού Ψυχολόγου θα αναλυθεί σε σχέση με τις επαγγελματικές προοπτικές καθώς και την άσκηση του επαγγέλματος στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Τέλος, θα συζητηθεί το κλινικό και ερευνητικό του έργο σε συνδυασμό με τα πεδία δραστηριότητας του Κλινικού Ψυχολόγου.
Πρόλογος
Ιστορικά, η διαφοροποίηση της ψυχολογίας από τη φιλοσοφία βασιζόταν στην έμφαση που η ψυχολογία τοποθετεί στην επιστήμη και την επιστημονική μέθοδο (Sokal, 1992). Ειδικότερα, δυο διακριτά είδη της επιστήμης αναπτύχθηκαν: α) εργαστηριακές δραστηριότητες συμβατές κυρίως με την πειραματική ψυχολογία και β) δραστηριότητες εφαρμοσμένης έρευνας που επικεντρώθηκαν στις ατομικές διαφορές και την ψυχομετρία (Goodwin, 1983). Σε αυτή τη διαφοροποίηση αποδίδεται η διάκριση στην πρακτική άσκηση της επιστήμης της ψυχολογίας μεταξύ πειραματικής και εφαρμοσμένης ψυχολογίας (Rice, 1997).
Αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι η Κλινική Ψυχολογία, εφαρμοσμένος κλάδος της Ψυχολογίας. Ειδικότερα, θα παρατεθούν οι ορισμοί που έχουν επιχειρηθεί για το συγκεκριμένο κλάδο. Επίσης, θα παρουσιαστούν οι πιο σημαντικοί εκπρόσωποι και το ιστορικό γίγνεσθαι του κλάδου. Εν συνεχεία, θα αναλυθεί το αντικείμενο μελέτης του κλάδου και τα ερευνητικά δεδομένα που υπάρχουν. Ο ρόλος του Κλινικού Ψυχολόγου θα αναλυθεί σε σχέση με τις επαγγελματικές προοπτικές καθώς και την άσκηση του επαγγέλματος στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Τέλος, θα συζητηθεί το κλινικό και ερευνητικό του έργο σε συνδυασμό με τα πεδία δραστηριότητας του Κλινικού Ψυχολόγου.
Ορισμοί
Ο όρος «κλινική ψυχολογία» συναντάται για πρώτη φορά σε έντυπη μορφή από τον Lightner Witmer το 1907, ο οποίος θεωρούσε ότι συνιστά ένα πεδίο που είχε ομοιότητες με άλλους κλάδους όπως η ιατρική, η εκπαίδευση και η κοινωνιολογία (Pomerantz, 2022, σ. 4). Συνεπώς, κλινικός ψυχολόγος ήταν εκείνος του οποίου η εργασία αφορούσε άλλους ανθρώπους και περιλάμβανε τρόπους θεραπείας, εκπαίδευσης και διαπροσωπικά ζητήματα εν γένει. Είναι ενδιαφέρον ότι στον ορισμό του Witmer δεν διακρίνεται κάποια επιρροή του Φρόιντ καθώς και ότι δεν υπάρχει κάποια ρητή αναφορά στην ψυχοθεραπεία (Pomerantz, 2022, σ. 39). Επιπλέον, δεδομένης της εκπαίδευσης του Witmer ως πειραματικού ερευνητή, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι θεραπείες που αναφέρει δεν συνοδεύονται από κάποιο σχέδιο για την εμπειρική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας τους (Routh, 1996).
Με το πέρασμα των χρόνων, ο κλάδος γνώρισε σημαντική ανάπτυξη και σε διαφορετικές κατευθύνσεις ώστε να είναι δύσκολο να αποτυπωθεί σε ένα ορισμό όλο το εύρος των δυνατοτήτων του. Αρχικά, ως κλινική ψυχολογία μπορεί να θεωρηθεί η εφαρμοσμένη ειδικότητα της ψυχολογίας που ασχολείται με την εφαρμογή ψυχολογικών αρχών σε προβλήματα προσαρμογής των ατόμων (Rotter, 1971; Shakow, 1976). Σε εισαγωγικά εγχειρίδια και λεξικά ψυχολογίας, η κλινική ψυχολογία είναι ο κλάδος που μελετά, αξιολογεί και θεραπεύει ανθρώπους με ψυχολογικά προβλήματα ή διαταραχές (Myers, 2013; VandenBos, 2007). Ωστόσο, τέτοιοι ορισμοί δεν αποτυπώνουν το εύρος των δραστηριοτήτων των κλινικών ψυχολόγων.
To 2012, o Τομέας Κλινικής Ψυχολογίας (Τομέας 12) της Αμερικάνικης Ψυχολογικής Εταιρείας (ΑΡΑ) όρισε την κλινική ψυχολογία ως εξής:
«Ο κλάδος της κλινικής ψυχολογίας συνενώνει την επιστήμη, τη θεωρία και την πρακτική με στόχο την κατανόηση, την πρόγνωση και την ανακούφιση των προβλημάτων προσαρμογής, αναπηρίας και δυσφορίας καθώς και την προώθηση της προσαρμογής, της ρύθμισης και της προσωπικής ανάπτυξης των ανθρώπων. Η κλινική ψυχολογία εστιάζει στις διανοητικές, συναισθηματικές, βιολογικές, ψυχολογικές, κοινωνικές και συμπεριφορικές πτυχές της ανθρώπινης λειτουργίας καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια και σε όλα τα κοινωνικοοικονομικά στρώματα.» (Pomerantz, 2022, σ. 5).
Ιστορικό Γίγνεσθαι/Σημαντικοί Εκπρόσωποι
/Σημαντικοί Εκπρόσωποι
Η κλινική ψυχολογία ως εξειδικευμένος τομέας της επιστήμης της ψυχολογίας ξεκίνησε με την ίδρυση της πρώτης ψυχολογικής κλινικής από τον Lightner Witmer το 1896 στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια, στο οποίο ήταν Καθηγητής (Routh, 1996). Κύριο έργο της κλινικής αυτής ήταν η αντιμετώπιση παιδιών που παρουσίαζαν προβλήματα σχετικά με τη μάθηση ή τη συμπεριφορά του στο σχολείο (L.T. Benjamin, 2007). Μετά από την ίδρυση της κλινικής του, o Witmer δημοσιεύει το 1907 την πρώτη έκδοση του περιοδικού The Psychological Clinic, το πρώτο επιστημονικό περιοδικό του κλάδου (L.T. Benjamin, 2007), όπου στο κύριο άρθρο με τον τίτλο «Κλινική Ψυχολογία» αναφέρεται στο έργο της κλινικής του και εξηγεί γιατί ο νέος αυτός όρος είναι απαραίτητος. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Witmer (1907), ο όρος «κλινική» αναφέρεται σε μια μέθοδο η οποία έρχεται να αντιταχθεί σε μια ψυχολογία που αντλεί τις αρχές της μόνο από φιλοσοφικές αναζητήσεις ή σε μια ψυχολογία που εφαρμόζει τα αποτελέσματα εργαστηριακών πειραμάτων απευθείας σε παιδιά και σχολικές τάξεις. Επιπλέον, τόνιζε ότι η κλινική ψυχολογία θα μπορούσε να εφαρμοστεί τόσο σε ενήλικες όσο και σε παιδιά: «Είτε το υποκείμενο είναι παιδί είτε ενήλικας, μπορεί να λάβει χώρα εξέταση και θεραπεία, και τα αποτελέσματά τους να διατυπωθούν με τους όρους της κλινικής μεθόδου» (Witmer, 1907)
Το 1917, μια ομάδα Κλινικών Ψυχολόγων αποσχίζεται από την Αμερικάνικη Εταιρία Ψυχολόγων (APA-American Psychological Association) και δημιουργεί την Αμερικάνικη Εταιρία Κλινικών Ψυχολόγων (AACPΑ - American Association of Clinical Psychology). Το 1919 ο AACP επανενώνεται με τον APA ως Τομέας Κλινικής Ψυχολογίας και εκδίδονται αρκετά σημαντικά άρθρα (Poffenberger, 1938; Shakow, 1938) τα οποία θεωρούν απαραίτητο να τεθούν οι προϋποθέσεις για να γίνει κάποιος «κλινικός ψυχολόγος»..
Αντικείμενο μελέτης
Σύμφωνα με την Καλαντζη-Αζίζη (2008), η Κλινική Ψυχολογία είναι ένας εφαρμοσμένος κλάδος της Ψυχολογίας με αντικείμενο την πρόληψη, την αξιολόγηση, την τροποποίηση (παρέμβαση) και την αποκατάσταση των διαταραχών του συναισθήματος, των γνωστικών μηχανισμών και της εξωτερικευμένης συμπεριφοράς σε άτομα που δυσλειτουργούν. Όπως αναφέρεται στο Πρόγραμμα Σπουδών του Π.Μ.Σ. «Κλινική Ψυχολογία» του Ε.Κ.Π.Α., η Κλινική Ψυχολογία ασχολείται με τη μελέτη της ψυχολογικής λειτουργίας του ατόμου καθώς και την αντιμετώπιση ψυχολογικών δυσλειτουργιών και διαταραχών. Ως αντικείμενο της Κλινικής Ψυχολογίας αναφέρεται επίσης ότι αποτελεί η καθημερινή λειτουργικότητα του ατόμου (σχολική προσαρμογή και επίτευξη, οικογενειακές και διαπροσωπικές σχέσεις, εργασιακή λειτουργία και επίτευξη).
Συγκεκριμένα το Πρόγραμμα Σπουδών του Π.Μ.Σ. προσδιορίζει τους τομείς της Κλινικής Ψυχολογίας ως εξής: α) αξιολόγηση-διάγνωση με ψυχομετρικά μέσα, β) πολύπλευρη κλινική ψυχολογική αντιμετώπιση ατόμων, οικογενειών ή/ και ομάδων που παρουσιάζουν ψυχικές δυσλειτουργίες και διαταραχές, γ) πρόληψη ψυχικών δυσλειτουργιών και διαταραχών σε ατομικό και κοινοτικό επίπεδο και δ) έρευνα στους τομείς της αξιολόγησης – διάγνωσης, της παρέμβασης και της πρόληψης. Ως ομάδα-στόχος λογίζεται ολόκληρος ο πληθυσμός, δηλαδή καλύπτεται όλο το ηλικιακό φάσμα από τη βρεφική έως την τρίτη ηλικία, καθώς και όλες οι κοινωνικές και έθνο-πολιτισμικές ομάδες, δεδομένου ότι απώτερος στόχος της επιστήμης της Κλινικής Ψυχολογίας είναι η προαγωγή της ψυχικής υγείας όλων των πολιτών.
Όπως επισημαίνει ο Gilbert (2002), είναι πολύ σημαντική η υιοθέτηση ενός ολοκληρωμένου, σύνθετου, βιοψυχοκοινωνικού μοντέλου για την κατανόηση και θεραπεία των ψυχικών διαταραχών και προτρέπει τους κλινικούς ψυχολόγους να αναλάβουν ριζικότερες πρωτοβουλίες προκειμένου για την εφαρμογή του. Επιπλέον, η ανάπτυξη του κινήματος της Θετική Ψυχολογίας στην Η.Π.Α.(Seligman & Csikszenntmihalyi, 2000) ανέδειξε τη δυσαρέσκεια πολλών κλινικών ψυχολόγων από την αποκλειστική εστίαση και ενασχόληση τους με την ψυχοπαθολογία, τη διαταραχή και τη δυσφορία. Η Θετική Ψυχολογία στοχεύει στην προώθηση της υποκειμενικής ευεξίας, των θετικών προσωπικών γνωρισμάτων (πχ διαπροσωπική αποτελεσματικότητα, αποφασιστικότητα) καθώς και στη δημιουργία θεσμών και κοινοτήτων, τα οποία θα στηρίζονται σε αξίες όπως η υπευθυνότητα και η ανοχή της διαφορετικότητας. Οι Seligman και Csikszenntmihalyi, (2000) καλούν τους κλινικούς ψυχολόγους να χρησιμοποιήσουν τα επιστημονικά τους εφόδια προκειμένου να δημιουργήσουν, να κατανοήσουν και να αξιολογήσουν τους παράγοντες που επιτρέπουν στα άτομα και τις κοινότητες να ευημερούν. Υποστηρίζουν ότι αν ο στόχος είναι η πρόληψη της ψυχικής δυσφορίας, τότε απαιτείται μια προσέγγιση που θα επιτρέπει στα άτομα και τις κοινότητες να αναπτύσσουν συστηματικά θετικές ιδιότητες και ικανότητες και όχι απλώς να διορθώνουν τις αδυναμίες τους.
Οι Conway MacLeod (2002) επισημαίνουν ότι «Η Κλινική Ψυχολογία στοχεύει στη μείωση της ψυχικής δυσφορίας, καθώς και στην επαύξηση και στην προαγωγή της της ψυχολογικής ευεξίας (well-being)». Υποστηρίζουν ότι η ψυχική ευεξία διακρίνεται σαφώς από την ψυχική δυσφορία και σε συμφωνία με τους Seligman και Csikszenntmihalyi καλούν τους κλινικούς ψυχολόγους να ενισχύσουν το αίσθημα ευεξίας στους πελάτες τους, προκειμένου να προάγουν την καλή ψυχική υγεία αυτών.
Ερευνητικά Δεδομένα: Εφαρμογή των αρχών Θετικής Ψυχολογίας στην Κλινική Πράξη
Εφαρμογή των αρχών Θετικής Ψυχολογίας στην Κλινική Πράξη
Η εφαρμογή των αρχών της Θετικής Ψυχολογίας στην κλινική πράξη είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία παρεμβάσεων που είχαν στόχο το άτομο να φτάσει το μέγιστο των δυνατοτήτων του (optimal functioning). Οι θετικές ψυχολογικές παρεμβάσεις (PPI – positive psychological interventions) είναι ψυχοεκπαιδευτικές ασκήσεις που ενισχύουν τα θετικά συναισθήματα, τις θετικές συμπεριφορές και τις θετικές γνωστικές διαδικασίες, ενώ παράλληλα στοχεύουν στην αύξηση της ευζωίας και τη μείωση της κατάθλιψης (Sin & Lyobomirsky, 2009). Στόχος των παρεμβάσεων αυτών σε κλινικούς πληθυσμούς είναι να εμπλουτιστεί η κλινική πρακτική υπαρχουσών θεραπευτικών πρακτικών καθώς και η δημιουργία νέων μορφών θεραπείας, αποκατάστασης και παρέμβασης (Parks- Sheiner, 2009).
Σε πιλοτική έρευνα που διενεργήθηκε (Κουβάκη, 2018) για να διερευνήσει την επίδραση που έχει η θετική ψυχολογική παρέμβαση του καλύτερου δυνατού εαυτού σε παιδιά με συναισθηματικές και συμπεριφορικές δυσκολίες, όσον αγορά τη συναισθηματική του κατάσταση και την έννοια του εαυτού, τα αποτελέσματα έδειξαν αύξηση των θετικών συναισθημάτων, ενώ η έννοια του εαυτού είχε την τάση να διευρυνθεί μετά την παρέμβαση. Η παρέμβαση ήταν πιο αποτελεσματική για τα παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα προσοχής, άγχος και/ή κατάθλιψη και λιγότερο ωφέλιμη για παιδιά με προβλήματα συμπεριφοράς.
Οι Μακρυωνίτου και Λουδιανού (2016) διενέργησαν μελέτη για την διερεύνηση της σημασίας που αποδίδουν οι επαγγελματίες Ψυχικής Υγείας στην Κρήτη στις αρχές της Θετικής Ψυχολογίας και της προθυμίας εφαρμογής τους στην ψυχοθεραπευτική τους εργασία. Το σύνολο των συμμετεχόντων ανερχόταν σε 159 από τους οποίος το 56% ήταν ψυχολόγοι, το 31% είναι κοινωνικοί λειτουργοί, το 4% είναι ψυχίατροι και το υπόλοιπο 6% αποτελείται από νοσηλευτές, ειδικούς θεραπευτές, κοινωνιολόγους, παιδοψυχιάτρους. Το συμπέρασμα της έρευνας ήταν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των συμμετεχόντων ήταν πρόθυμο να εφαρμόσει τις αρχές τη Θετικής Ψυχολογίας και ειδικότερα οι κλινικοί ψυχολόγοι φάνηκε να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στην ενσωμάτωση της θεωρίας της Θετικής Ψυχολογίας στη θεραπεία.
Επαγγελματικές προοπτικές – Ρόλος Επαγγελματία
– Ρόλος Επαγγελματία
Είναι σημαντικό να γίνουν μερικές αποσαφηνίσεις σχετικά με άλλους κλάδους συναφείς με την κλινική ψυχολογία. Παλιότερα ήταν σαφέστερη η διάκριση μεταξύ Συμβουλευτικής και Κλινικής Ψυχολογίας, αλλά σήμερα τα όρια έχουν συρρικνωθεί. Οι διαφορές αφορούν κυρίως στα χαρακτηριστικά των θεραπευόμενων καθώς οι κλινικοί ψυχολόγοι είναι πιθανό να εργαστούν με άτομα με σοβαρή ψυχοπαθολογία ενώ οι συμβουλευτικοί ψυχολόγοι με λιγότερο παθολογικές καταστάσεις. Επίσης διαφέρουν από τους κοινωνικούς λειτουργούς, το έργο των οποίων επικεντρώνεται στην στα στοιχεία της κοινωνίας που μπορούν να επιτείνουν ή να ανακουφίσουν το άτομα στην αλληλεπίδραση μαζί της. Ο σχολικός ψυχολόγος δεν είναι απαραίτητα κλινικός ψυχολόγος καθώς η κύρια δραστηριότητα του είναι η ενίσχυση της συναισθηματικής, κοινωνικής και αναπτυξιακής ζωής των μαθητών. Την εκπαίδευση του κλινικού ψυχολόγου δεν διαθέτει ο σύμβουλος γάμου και οικογένειας, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται η ενασχόληση με ζευγάρια και οικογένειες (Pomerantz, 2022, σ. 25-29)
Τέλος, ο κλινικός ψυχολόγος δεν πρέπει να συγχέεται με τον ψυχίατρο, ο οποίος έχει αποφοιτήσει από την ιατρική σχολή, έχει αποκτήσει άδεια άσκησης ιατρικού επαγγέλματος, έχει λάβει την ειδικότητα της ψυχιατρικής και ως εκ τούτου έχει δικαίωμα να συνταγογραφεί φάρμακα (Pomerantz, 2022, σ. 26).Τα τελευταία χρόνια, όμως, αναδείχθηκε ένα κίνημα κλινικών ψυχολόγων που επεδίωξε να αποκτήσει ο κλάδος δυνατότητα συνταγογράφησης. Σημαντικό βήμα στην κατεύθυνση αυτή ήταν η δημιουργία του Τομέα 55 της Αμερικάνικης Ψυχολογικής Εταιρείας το 2000 (Αμερικάνικη Εταιρεία για την Προώθηση της Φαρμακοθεραπείας) καθώς και η χορήγηση δυνατότητας συνταγογράφησης σε κατάλληλα εκπαιδευμένους ψυχολόγους στην πολιτεία του Νέου Μεξικό, της Λουϊζιάνα, του Ιλινόις, της Αϊόβα και του Αϊντάχο. Ωστόσο, το ζήτημα συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο έντονης διαφωνίας (Pomerantz, 2022, σ. 60-61).
Πεδία και Πλαίσια Δραστηριοποίησης
Δραστηριοποίησης
Η εκπαίδευση στην κλινική ψυχολογία στοχεύει να προετοιμάσει κάποιον ώστε να μπορεί να αναλάβει άτομα όλων των ηλικιών με ένα ευρύ φάσμα σωματικών και ψυχικών διαταραχών ενώ ταυτόχρονα προσφέρει εναλλακτικές στην επιλογή επαγγελματικού πλαισίου. Εκτός από την άσκηση ιδιωτικού επαγγέλματος, ο κλινικός ψυχολόγος μπορεί να απασχοληθεί σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, δημόσιες και ιδιωτικές, δομές στην κοινότητα αλλά και σε ψυχιατρικά νοσοκομεία ή ψυχιατρικά τμήματα γενικών νοσοκομείων. Επίσης, μπορεί να εργαστεί με συγκεκριμένες ομάδες (πχ γονείς παιδιών με Δ.Ε.Π.Υ.) σε γενικά νοσοκομεία και εξειδικευμένα κέντρα. Πέρα από την κλινικά τους καθήκοντα, οι κλινικοί ψυχολόγοι αναλαμβάνουν εποπτεία συναδέλφων τους καθώς και προγράμματα εκπαίδευσης για άλλους ψυχολόγους και επαγγελματίες όπως νοσηλευτές και κοινωνικούς λειτουργούς (Καλαντζή – Αζίζι, 2008).
Η συμπερίληψη μεγάλου αριθμού κλινικών ψυχολόγων σε δομές πρωτοβάθμιας περίθαλψης έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση κλινικών ειδικοτήτων όπως η ψυχολογία της υγείας (Goodheart & Rozensky 2011). Η ψυχολογία της υγείας έχει αναγνωριστεί από την Βρετανική Ψυχολογική Εταιρεία με συγκεκριμένους σκοπούς όπως η επιστημονική μελέτη των ψυχικών διεργασιών που ενυπάρχουν στην υγεία, στην ασθένεια και στη φροντίδα της υγείας καθώς και η ανάπτυξη δεξιοτήτων στην έρευνα, στη συμβουλευτική και στην εκπαίδευση (Health Psychology, AGM, 2000). Ένα άλλος κλινικός κλάδος που παρουσιάζει ιδιαίτερη άνθηση είναι η δικαστική ψυχολογία, η εφαρμογή ψυχολογικών μεθόδων και αρχών στο πλαίσιο του νομικού συστήματος (Pomerantz, 2022, σ. 622). Τέλος, περαιτέρω εξειδίκευση της κλινικής ψυχολογίας είναι η κλινική νευροψυχολογία. Οι κλινικοί νευροψυχολόγοι ασχολούνται με ασθενείς που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα ηλικιών και αντιμετωπίζουν μια νευρολογική πάθηση (Καλαντζή, 2008).
Κλινικό και Ερευνητικό Έργο
Όσον αφορά το κλινικό έργο τους, οι κλινικοί ψυχολόγοι παρέχουν κυρίως υπηρεσίες σχετικά με την αξιολόγηση και τη διαμόρφωση ενός θεραπευτικού πλάνου σχετικά με το πρόβλημα που παρουσιάζει ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων (οικογένεια, ζευγάρι, ή άλλο σύστημα).
Σύμφωνα με την Καλαντζή-Αζίζη, (2008), η αξιολόγηση αφορά τις νοητικές λειτουργίες, την προσωπικότητα, τη συμπεριφορά καθώς και την ψυχοπαθολογία. Όπως αναφέρει ο Pomerantz (2022, σ. 562), οι κλινικοί ψυχολόγοι έχουν στη διάθεση τους ένα ευρύ φάσμα εργαλείων όπως η κλινική συνέντευξη, η συμπεριφορική παρατήρηση, οι κλίμακες εκτίμησης της συμπεριφοράς, οι κλίμακες συμπεριφοράς, οι προβολικές/εκφραστικές τεχνικές και τα τεστ νοημοσύνης ώστε να διενεργήσουν μια αξιολόγηση και να καταλήξουν σε διάγνωση. Διάγνωση γίνεται για τη νοημοσύνη, τις γνωστικές, συναισθηματικές, κοινωνικές λειτουργίες και τις λειτουργίες συμπεριφοράς καθώς και τις ψυχικές διαταραχές. Το έργο της αξιολόγησης και διάγνωσης αποτελεί το αντικείμενο της Κλινικής Ψυχοδιαγνωστικής (Καλαντζή, 2008). Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η διαδικασία της αξιολόγησης παρουσιάζει ιδιαιτερότητες όταν αφορά σε παιδιά και εφήβους όπου ο κλινικός ψυχολόγος καλεί σε συνέντευξη και άλλα άτομα όπως οι γονείς και οι δάσκαλοι. Αντίστοιχα, η νευροψυχολογική αξιολόγηση διαφέρει από την τυπική κλινική αξιολόγηση καθώς αφορά την υποκείμενη εγκεφαλική λειτουργία και την σχέσης της με την συμπεριφορά, παρά με τη μέτρηση μιας εννοιολογικής κατασκευής, όπως η νοημοσύνη (Καλαντζή-Αζίζη, 2008).
Το μεγαλύτερο μέρος της πρακτικής και της έρευνας των κλινικών ψυχολόγων αφορά στην ψυχοπαθολογία, δηλαδή στις ψυχικές διαταραχές, όπως αυτές ορίζονται στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (DSM). Αυτός είναι ο κύριος διαγνωστικός οδηγός στην πρακτική και χρησιμοποιείται στην αξιολόγηση, στη θεραπεία καθώς και στον σχεδιασμό και την υλοποίηση ερευνητικών μελετών (Pomerantz, 2022, σ. 198-199).
Ένα βασικό πεδίο δραστηριότητας των κλινικών ψυχολόγων είναι η παρέμβαση και θεραπεία. Η ψυχοθεραπεία, το κυριότερο ίσως πεδίο δραστηριότητας των κλινικών ψυχολόγων, αφορά στην κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση σε ατομικό, οικογενειακό και ομαδικό επίπεδο ψυχολογικών δυσλειτουργιών και διαταραχών. Υπάρχει μεγάλη ποικιλία στην επιλογή μεθόδων θεραπείας και παρέμβασης. Έτσι, οι κλινικοί ψυχολόγοι εκπαιδεύονται σε μια ή περισσότερες θεραπευτικές προσεγγίσεις. Η ψυχοδυναμική προσέγγιση κυριάρχησε στα μέσα του του 20ου αιώνα (Routh, 1996). ενώ με την πάροδο του χρόνου εμφανίστηκαν και άλλες προσεγγίσεις όπως η συμπεριφορική, η γνωσιακή και η ανθρωπιστική (Pomerantz, 2022, σ. 48-50).
Η ομαδική θεραπεία προσφέρεται όταν υπάρχει επαρκής αριθμός πελατών µε παρόμοια προβλήματα, ενώ εφαρμόζεται ευρέως σε εσωτερικούς ασθενείς και σε νοσοκομεία ημέρας. Η θεραπεία ζεύγους ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου οι δυσκολίες στη σχέση διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο στην δημιουργία και συντήρηση των παρόντων προβλημάτων, ενώ οι κλινικοί ψυχολόγοι που εργάζονται µε παιδιά και εφήβους επιλέγουν συνήθως την οικογενειακή θεραπεία, όπου συμπεριλαμβάνονται όλα τα µέλη της οικογένειας, ή τουλάχιστον όσα διατηρούν στενές σχέσεις µε τον θεραπευόμενο (Καλαντζή-Αζίζη, 2008)
Όσον αφορά το πεδίο της έρευνας, οι κλινικοί ψυχολόγοι ασχολούνται με τον σχεδιασμό και την υλοποίηση εμπειρικών και ποιοτικών ερευνών σχετικά με τις μεθόδους αξιολόγησης, την ψυχική λειτουργία, τα ψυχοπαθολογικά σύνδρομα, τη διεργασία και την έκβαση της παρέμβασης, και την αποτελεσματικότητα των προληπτικών προγραμμάτων.
Βασικότερος ίσως λόγος διεξαγωγής ερευνών είναι η απόκτηση γνώσεων σχετικά με τις ψυχικές διαταραχές (Zvolensky, Forsyth & Johnson, 2013). Σημαντικός λόγος διεξαγωγής έρευνας είναι, επίσης, ο προσδιορισμός της αποτελεσματικότητας των θεραπευτικών παρεμβάσεων (M.J.Lambert & Ogles, 2016; Spokas et al, 2008). Επιπλέον, οι κλινικοί ψυχολόγοι διενεργούν έρευνες ώστε να εξετάσουν και να βελτιώσουν τις μεθόδους ψυχολογικής αξιολόγησης συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης, της στάθμισης και της διευρυμένης εφαρμογής νέων κλιμάκων, της στάθμιση εργαλείων σε συγκεκριμένους πληθυσμούς και της συγκριτικής χορήγηση πολλαπλών εργαλείων αξιολόγησης (Geisenger, 2016).
Για την έρευνα στην κλινική ψυχολογία υιοθετείται κατά το δυνατόν η πειραματική έρευνα. Όπου, όμως, δεν εφικτό ένα πείραμα, οι ερευνητές της κλινικής ψυχολογίας συχνά διεξάγουν συσχετιστικές μελέτες αλλά και μελέτες περίπτωσης (case studies). Ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται συχνά στην έρευνα της κλινικής ψυχολογίας είναι η μετά-ανάλυση (Pomerantz, 2022, σ. 180, 184, 186).
Το επάγγελμα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό
και στο εξωτερικό
Μέχρι σήμερα, η ειδικότητα του «κλινικού ψυχολόγου» δεν έχει ακόμα ρυθμιστεί νομοθετικά στην Ελλάδα και στην Ευρώπη με εξαίρεση την Αυστρία αλλά και τη Μεγάλη Βρετανία. (Καλαντζή, 2009, σ. 14). Ειδικότερα στην Ελλάδα, για την απόκτηση άδειας άσκησης επαγγέλματος αρκεί η λήψη του πτυχίου από δημόσιο πανεπιστήμιο. Ωστόσο, η νεότερη ευρωπαϊκή νομοθεσία έδωσε τη δυνατότητα της εξίσωσης των επαγγελματικών δικαιωμάτων σε πτυχιούχους ιδιωτικών πανεπιστημίων κατόπιν αναγνώρισης του σχετικού πτυχίου.
Ωστόσο, η μεταπτυχιακή εκπαίδευση κρίνεται απαραίτητη καθώς συνιστά άμεση ή έμμεση αναγνώριση της ειδίκευσης όσον αφορά θέματα επαγγελματικής εξέλιξης (Καλαντζή, 2009, σ. 14).
Η εικόνα είναι τελείως διαφορετική στις Η.Π.Α. καθώς είναι απαραίτητη η λήψη διδακτορικού τίτλου PhD ή PsyD.
Όπως συμφωνήθηκε στο πρώτο συνέδριο μεταπτυχιακής εκπαίδευσης στην κλινική ψυχολογία που διεξάχθηκε το 1949 στο Boulder στο Κολοράντο, είναι αναγκαία η εκπαίδευση τόσο στην εφαρμογή κλινικών μεθόδων (αξιολόγηση, ψυχοθεραπεία) όσο και των ερευνητικών μεθόδων που απαιτούνται για την αξιολόγηση του πεδίου αυτού - «μοντέλο του επιστήμονα-κλινικού». Το μοντέλο αυτό παραμένει η κυρίαρχη προσέγγιση στην εκπαίδευση στην κλινική ψυχολογία (Pomerantz, 2022, σ. 7, 8).
Ωστόσο, το 1972 πραγματοποιήθηκε την πόλη Vail στο Κολοράντο ένα ακόμη συνέδριο για την εκπαίδευση στην κλινική ψυχολογία όπου εκφράστηκε η δυσαρέσκεια για το υπάρχον μοντέλο εκπαίδευσης καθώς το ενδιαφέρον επικεντρωνόταν στην ανάπτυξη εφαρμοσμένων κλινικών δεξιοτήτων και λιγότερο στην έρευνα. Έτσι αναδείχθηκε το μοντέλο εκπαίδευσης του επαγγελματία – επιστήμονα και μαζί με αυτό ένα νέο είδος διδακτορικού που ονομάστηκε PsyD (Pomerantz, 2022, σ. 8). Ο Peterson (1976) αναφέρει ότι από τη σύλληψη της, η κλινική ψυχολογία περιγράφεται τόσο ως επιστήμη και ως επάγγελμα.
Το 1990 αναδύθηκε ένα κίνημα μεταξύ διακεκριμένων διδασκόντων κλινικής ψυχολογίας οι οποίοι υποστήριζαν ότι θεμέλιο της κλινικής ψυχολογίας πρέπει να είναι η επιστήμη. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία του μοντέλου του κλινικού επιστήμονα που έδινε έμφαση στην επιστημονική πλευρά της κλινικής ψυχολογίας περισσότερο απ’ ότι το μοντέλο Boulder. Συνεχίζουν να απονέμουν τον διδακτορικό τίτλο Phd αλλά με μεγαλύτερη έμφαση στην επιστημονική μέθοδο και σε κλινικές μεθόδους που βασίζονται σε εμπειρικά δεδομένα (Pomerantz, 2022, σ. 10)
Τις τελευταίες δεκαετίες έχει αναδειχθεί το κίνημα υπέρ της εμπειρικά τεκμηριωμένης πρακτικής (evidence-based practice) και της θεραπείας βάσει εγχειριδίου (manualized therapy) (Pomerantz, 2022, σ. 66). Η εμπειρικά τεκμηριωμένη πρακτική ορίζεται ως «η ενσωμάτωση των καλύτερων διαθέσιμων ερευνών και της κλινικής τεχνογωσίας στο πλαίσιο των χαρακτηριστικών της κουλτούρας και των προτιμήσεων των ασθενών» (APA Presidential Task Force on Evidence-Based Practice, 2006). Παρά τα πλεονεκτήματα που εμφανώς έχει αυτή η προσέγγιση, όπως καθιέρωση ελάχιστων επιπέδων επάρκειας, οι βελτιώσεις στην εκπαίδευση και ο μικρότερος βαθμός εξάρτησης από κλινικές εκτιμήσεις, υπάρχουν και κάποια μειονεκτήματα. Στον πραγματικό κόσμο ένας κλινικός ψυχολόγος έρχεται αντιμέτωπος με περιπτώσεις συννοσηρότητας και σύνθετα διαγνωστικά χαρακτηριστικά, τα οποία δεν αντιμετωπίζονται με όρους εγχειριδίου πχ θεραπεία μόνο για διαταραχή διάθεσης ή μόνο διαταραχή προσωπικότητας (Pomerantz, 2022 σ. 71-74).
Συμπεράσματα
Η ειδίκευση της κλινικής ψυχολογίας είναι πολύ σημαντική καθώς βοηθά στη διαμόρφωση ταυτότητας του ψυχολόγου έναντι άλλων ειδικοτήτων. Επίσης, συνδυάζει τα βασικά στοιχεία της Ψυχολογίας, εκείνο της επιστήμης και της κλινικής πρακτικής. Αν και έχουν υπάρξει αντιπαραθέσεις σχετικά με το ποιο στοιχείο είναι πιο σημαντικό αλλά σε κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι εμπεριέχονται και τα δύο. Αυτό το οποίο αναδείχθηκε είναι ότι η εξειδίκευση πέραν εκείνης της Κλινικής Ψυχολογίας, σύντομα θα είναι απαραίτητη. Τούτο συμβαίνει καθώς αναδεικνύονται νέοι τομείς εντός της επιστήμης όπως η Ψυχολογία της Υγείας και η Θετική Ψυχολογία.
Βιβλιογραφία
Καλαντζή-Αζίζι, Α. (2008). Κλινική Ψυχολογία: Σημειώσεις και Άρθρα. Αθήνα, ΕΚΠΑ.
Καλαντζή-Αζίζι, Α. & Καραδήμας, Ε.Χ. (2009). Η Σχέση της Κλινικής Ψυχολογίας με τους εφαρμοσμένους κλάδους της Ψυχολογίας και της Ψυχοθεραπείας. Εκδόσεις Τόπος
Κουβάκη, Β. Μ. (2018). Η επίδραση της θετικής ψυχολογικής παρέμβασης ο καλύτερος δυνατός εαυτός σε παιδιά με συναισθηματικές και συμπεριφορικές δυσκολίες: μια πιλοτική έρευνα.
Μακρυωνίτου, Α., & Λουδιανού, Ρ. (2016). Μελέτη της σημασίας που αποδίδουν οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας της Κρήτης και της προθυμίας τους να εφαρμόσουν τις αρχές της θετικής ψυχολογίας στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία.
Πρόγραμμα Σπουδών Π.Μ.Σ. Κλινική Ψυχολογία, Ε.Κ.Π.Α.
APA Presidential Task Force on Evidence-Based Practice. (2006). Evidence-Based Practice in psychology. American Psychologist, 61, 271-285
Benjamin, L.T., Jr (2007). A brief history of modern psychology. Malden, MA: Blackwell
Conway, C. & MacLeod, A. (2002). Well-being: its importance in clinical practice and research. Clinical Psychology, 16, 26-29
Gilbert, P. (2002). Understanding the biopsychosocial approach: I. Conceptualization. Clinical Psychology, 14, 13-17
Goodwin, C. J. (1983). On the origins of Titchener's Experimentalists. Journal of the History of the Behavioral Sciences, 21, 383-389.
Myers, D.G. (2013) Psychology (10th ed.) New York, NY: Worth
Rice, C. E. (1997). Scenarios: The scientist-practitioner split and the future of psychology. American Psychologist, 52, 1173-1181.
Routh, D.K. (1996). Lightner Witmer and the first 100 years of clinical psychology. American Psychologist, 51, 244 – 247
Rotter, J. B. (1971). On the evaluation of methods of intervening in other people's lives. The Clinical Psychologist, 24, 1-2.
Parks-Sheiner A.C. (2009). Applied Positive Psychology. In Encyclopedia of Positive Psychology, United Kingdom, Blackwell Publishing Ltd p. 58-62
Peterson, D. R. (1976). Is psychology a profession? American Psychologist, 31, 572-581.
Poffenberger, A. T. (1938). The training of a clinical psychologist. Journal of Consulting Psychology, 1, 1-6.
Pomerantz, A.M. (2022). Κλινική Ψυχολογία: Επιστήμη και Πρακτική, Θέματα Διαφορετικότητας. (5η έκδοση) Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Τζιόλα.
Sin, N. L., & Lyubomirsky, S. (2009). Enhancing well‐being and alleviating depressive symptoms with positive psychology interventions: A practice‐friendly meta‐ analysis. Journal of clinical psychology, 65(5), 467-487.
Seligman, M., & Csikszenntmihalyi, M. (2000). Positive Psychology. American Psychologist, 55(1), 5-14
Shakow, D. (1938). An internship year for psychologists (with special reference to psychiatric hospitals). Journal of Consulting Psychology, 2, 73-*76.
Shakow, D. (1976). What is clinical psychology? American Psychologist, 31, 553-560.
Sokal, M. M. (1992). Origins and early years of the American Psychological Association: 1890 to 1906. In R. B. Evans, V. Staudt-Sexton, & T. C. Cadwallader (Eds.), The American Psychological Association: A historical perspective (pp. 43-71). Washington, DC: American Psychological Association.
VandenBos G.R. (2007) APA dictionary of psychology. Washington DC: American ΅Psychological Association
Witmer, L. (1907). Clinical Psychology. Psychological Clinic, 1, 1-9