Η διαχείριση του διαγενεακού τραύματος στη σχεσιακή αναλυτική θεραπεία
Η ψυχανάλυση, ανέκαθεν, πρότεινε διάφορες και κάπως αντιθετικές οπτικές όσον αφορά την εννοιολόγηση της γένεσης του ανθρώπινου πόνου. Το πρωτοποριακό έργο του Ferenczi (1932) επάνω στο τραύμα, την αμοιβαία ανάλυση και την κατανόηση των διασχιστικών φαινομένων ήρθε σε αντίθεση με την επιμονή του Φρόιντ στις ασυνείδητες φαντασιώσεις. Η εστίαση του Ferenczi επικεντρώθηκε στα αληθινά γεγονότα και την τραυματική τους επίδραση καθώς και στη βλάβη που προκαλείται από την αποκήρυξη και την άρνηση τους εκ μέρους των ενηλίκων και κάποιες φορές των παιδιών.
Πολύ σημαντικό ρόλο στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο μεταφέρεται διαγενεακά ένα τραύμα και του πως μεταδίδονται οι άρρητες ιστορίες, προσέφερε το έργο της Melanie Klein (1946) με την εισαγωγή της έννοιας της προβλητικής ταύτισης στην ψυχανάλυση. Η έννοια αποδίδεται στην αφήγηση του βρέφους το οποίο, κινητοποιούμενο μέσα από τον κόσμο των εσωτερικών αντικειμένων, διαχειρίζεται το άγχος και την καταστροφικότητα του φαντασιώνοντας την αποπομπή τους (προβολή) σε εσωτερικευμένα εξωτερικά αντικείμενα, τα οποία εν συνεχεία κατέχονται, ελέγχονται και ταυτίζονται με τα προβεβλημένα μέρη.
Η Klein θεωρούσε την προβλητική ταύτιση ένα καθαρά ενδοψυχικό φαινόμενο. Ωστόσο, μεταγενέστεροι αναλυτές, όπως ο Bion (1955) και ο Ogden (1979), ερεύνησαν την επιρροή στις πραγματικές σχέσεις με εξωτερικά αντικείμενα. Ο Seligman (1999) πρότεινε την σύνθεση της Κλαϊνικής θεωρίας με την δι-υποκειμενική οπτική εξερευνώντας την έννοια της προβλητικής ταύτισης μέσα από το πρίσμα ενός μοντέλου σχέσεων δύο ατόμων.
Βιβλιογραφία
Το έργο του Sullivan (1953) ήταν επίσης σημαντικό καθώς έστρεψε το ενδιαφέρον του στις πολιτισμικές δυνάμεις και την επενέργεια της άμεσης διαπροσωπικής αλληλεπίδρασης πάνω στον ενδοψυχικό κόσμο του παιδιού. Οι ιδέες του σχετικά με τη διαμόρφωση των αμυντικών μηχανισμών λόγω της τοξικής επιρροής του άγχους της μητέρας στο παιδί, αποτέλεσαν τον προάγγελο αυτού που ονομάζεται σχεσιακό τραύμα (Fonagy, 1999).
Στη συνέχεια ο Bowlby εισήγαγε την έννοια της προσκόλλησης με την οποία αποπειράθηκε να τοποθετήσει την ανθρώπινη ανάγκη του σχετίζεσθαι σε πρωταρχική βάση από μόνη της. Το έργο του Bowlby (1958) στο πεδίο της προσκόλλησης περιλάμβανε και την κατανόηση των τραυματικών συνεπειών που είχαν στα παιδιά οι επιβεβλημένοι χωρισμοί από τις μητέρες τους. Ειδικότερα διερεύνησε εκτενώς την διαγενεακή μετάδοση των δυσκολιών προσκόλλησης και τον τρόπο με τον οποίο τα άλυτα θέματα μιας γενιάς μπορούν να περάσουν στην επόμενη.
Όπως έχει αναπτύξει ο Charalambides (2017), το γονικό αντικείμενο δεν μπορεί πραγματικά να είναι μόνο ο πατέρας ή η μητέρα ως φιγούρες αποκομμένες από τις ομάδες αναφοράς τους. Αντίθετα, το γονικό αντικείμενο αποτελείται από μια μεγάλη ομάδα που είναι ο πατέρας και η μητέρα σε σχέση με τις ομάδες αναφοράς τους. Συνεπώς, οι σημαντικοί άλλοι που συν-διαμορφώνουν το άτομο είναι οι διάφορες ομάδες στις οποίες τελικά μεγάλωσε το άτομο.
Γνώρισα την κυρία Μ τον Μάρτιο του 2021. Αφορμή για να επιδιώξει ατομική θεραπεία είναι ένα περιστατικό που της συνέβη στην ηλικία των εννέα ετών. Είχε παρενοχληθεί σεξουαλικά από έναν άντρα στο σπίτι της δασκάλας της στο χωριό της Πελοποννήσου όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Οι γονείς της την άφηναν να μένει εκεί λόγω της πολύωρης απασχόλησης τους σε αγροτικές εργασίες. Ταυτόχρονα, αναφέρει ότι υποφέρει από πόνους στις αρθρώσεις.
Οι συζητήσεις μας σύντομα στρέφονται στο οικογενειακό περιβάλλον της κυρίας Μ. Αρχικά αποκαλύπτει πως η μητέρα της είχε χάσει τη δική της μητέρα σε ηλικία έξι ετών και την παρουσιάζει ως ψυχικά απούσα, απόμακρη, ανίκανη να εκφράσει τις δικές της ανάγκες αλλά και να ανταποκριθεί στις ανάγκες της κόρης της. Η κυρία Μ θυμάται χαρακτηριστικά να είναι κρεμασμένη στα κάγκελα του πατρικού της σπιτιού και να βλέπει τη μητέρα της ακίνητη να την παρακολουθεί. Στο δωμάτιο έρχεται και ένα άλλο πολύ σημαντικό πρόσωπο, η αδελφή του πατέρα της, την οποία ανέφερε ως “γιαγιά”. Η γυναίκα αυτή ζούσε μαζί τους και υποκαθιστούσε τη μητέρα της λόγω των αγροτικών εργασιών που έπρεπε να κάνει. Η κυρία Μ περιγράφει τη «γιαγιά» ως κουφή και φαφούτα και να μην ανταποκρίνεται στο κλάμα της. Σε ένα όνειρο το οποίο φέρνει, περιγράφει με τρόμο ότι είδε τον εαυτό της χωρίς δόντια.
Το ίδιο αίσθημα αβοηθησίας, όπως όταν ήταν παιδί, ένιωσε όταν την επισκέφτηκε η μητέρα της στο νοσοκομείο στη γέννηση της πρώτης της κόρης, η οποία απλώς παρευρισκόταν εκεί. Αν και οι συνεδρίες μας γίνονται διαδικτυακά, μπορώ να αισθανθώ την απελπισία της όπως αποτυπώνεται στις αρθρώσεις των δακτύλων της που είναι τυλιγμένες με επιδέσμους. Οι πόνοι από την αρθρίτιδα είναι ανυπόφοροι. Σε μια συζήτηση για τη δυσκολία της να διαχειριστεί τον πόνο, η κυρία Μ αναφέρει χαρακτηριστικά ότι πονάει από τότε που θυμάται τον εαυτό της.
Ο Green (1972) ήταν ο πρώτος που περιέγραψε μια εκδοχή της εμπειρίας του παιδιού που μεγαλώνει με έναν συναισθηματικά απόντα γονέα. Ονόμασε αυτό το είδος του απόντα γονέα ως «η νεκρή μητέρα», η οποία είναι ζωντανή μεν αλλά δεν είναι παρούσα εξαιτίας της κατάθλιψης. Το παιδί από-προσκολλάται από αυτή τη “νεκρή μητέρα” ενώ ταυτόχρονα ταυτίζεται μαζί της. Έτσι, στον ασυνείδητο ψυχισμό, εγκαθίσταται η νεκρότητα και η απώλεια του νοήματος. Η σημαντική συνεισφορά του Gerson (2009) ήταν να βοηθήσει να κατανοηθεί πως το αποτύπωμα της ψυχικής απουσίας στο παιδί, η κληρονομιά του τραύματος και της απώλειας δίχως κάποιον ενσυναισθητικό μάρτυρα αυτών των βιωμάτων, συνιστά το “νεκρό τρίτο”.
Προοδευτικά, κύριο θέμα των συζητήσεων μας γίνεται η δυσκολία της κυρίας Μ να φροντίσει τον εαυτό της. Ο χρόνιος σωματικός πόνος έρχεται στο επίκεντρο ως η αντίδραση του σώματος στις εσωτερικές της συγκρούσεις. Αντιλαμβάνεται πως έχει αναλάβει το ρόλο του φροντιστή της μητέρας της ενώ ταυτόχρονα διερευνά τη διαγενεακή μεταφορά του τραύματος της απώλειας που βίωσε, αλλά δεν πένθησε, η μητέρα της. Από τη μεριά μου νιώθω ότι έχω να συμπαρασταθώ σε ένα μικρό κορίτσι που νιώθει ενοχές όταν δεν προσφέρει όλα όσα απαιτεί σιωπηρά η μητέρα της. Ταυτόχρονα, όμως, ενοχλούμαι πολύ από την καχυποψία της απέναντι μου όπως εκφράζεται από τη συνεχή αμφισβήτηση των ικανοτήτων μου.
Στο έργο της αναφορικά με την διαγενεακή μετάδοση του τραύματος, η Faimberg (2005) αναπτύσσει την ιδέα ότι αυτό το οποίο συμβαίνει είναι μια ιστορία ταυτίσεων και εισάγει την έννοια της «τηλεσκοπικής των γενεών». Ο εσωτερικός κόσμος του παιδιού ενός τραυματισμένου γονέα είναι γεμάτος με την συμπυκνωμένη ιστορία του γονέα, προκαλώντας έτσι μια «αλλοτριωμένη ταύτιση» στο παιδί. Οι ταυτίσεις, οι οποίες αλλοτριώνουν και αντιτίθεται σε οποιαδήποτε ψυχική αναπαράσταση, αποτελούν «τον σύνδεσμο μεταξύ των γενεών».
Η περίπτωση της κυρίας Μ αποτελεί μια συγκεκριμένη και λεπτομερή αφήγηση των διαδικασιών διά-δράσης μεταξύ εκείνης και της μητέρας της, με τις οποίες οι εσωτερικές καταστάσεις εαυτού εκφράζονται και επικοινωνούνται στη δι-υποκειμενική/διαπροσωπική αρένα. Έτσι, μπορούμε να εντοπίσουμε αυτό που αναφέρει ο Seligman (1999) σχετικά με την προβλητική ταύτιση ως ένα φαινόμενο δυο ατόμων (two-person phenomenon). Με άλλα λόγια, η κυρία Μ δεν είχε επιλογή παρά να “ταυτιστεί” με αυτές τις σχεσιακές-συναισθηματικές καταστάσεις εαυτού της μητέρας της, συμπεριλαμβανομένης και της αίσθησης αβοηθησίας την οποία η μητέρα της κρατά έξω από τη δική της επίγνωση όταν την επιβάλλει ασυνείδητα στην κόρη της. Και όπως η κυρία Μ μαθαίνει την αβοηθησία ως ένα χαρακτηριστικό τρόπο εμπειρίας και συσχέτισης, μπορεί να γίνει όπως η μητέρα της, η ακόμα και η “γιαγιά” της, με αποτέλεσμα να αισθάνεται ότι ο μόνο τρόπος αποτελεσματικής διαπροσωπικής επαφής είναι να παρακάμπτει τις προσπάθειες των άλλων να την προσεγγίσουν, αφήνοντας του “αβοήθητους”. Κατά τον Winnicot (1949), έτσι ξεκινάει η ανάπτυξη της οργάνωσης του “ψευδούς εαυτού”.
Η κυρία Μ αναφέρει επίσης ότι υπέφερε από κρίσεις πανικού, οι οποίες είχαν ξεκινήσει πριν τη γέννηση της μεγάλης της κόρης. Συγκεκριμένα, η πρώτη κρίση βρήκε την κυρία Μ όταν ο εργοδότης της έπαθε έμφραγμα μπροστά της και πέθανε. Η πληροφορία αυτή έρχεται και ξανάρχεται σαν ξένο σώμα στις διηγήσεις της. Εν τέλει, σε μια συνεδρία που έγινε τον Οκτώβρη του 2023, η κυρία Μ ανέφερε ότι ο πατέρας της είχε δυο αδέλφια τα οποία εξαφανίστηκαν στον εμφύλιο και δεν βρέθηκαν ποτέ τα σώματα τους. Η σύνδεση που γίνεται είναι πως η κυρία Μ έχει το όνομα της μητέρας του πατέρα της, η οποία έχασε δυο γιους με αυτόν τον τρόπο.
Το έργο του Ferenczi (1932) ανέδειξε πως το παιδί, του οποίου ο γονέας έχει ένα τραυματικό βίωμα, πρέπει να αντέξει δύο τραύματα, εκ των οποίων το ένα είναι ο πόνος για το πραγματικό γεγονός που συνέβη. Η μη αναγνώριση του πραγματικού αυτού γεγονότος από τον γονέα χαρακτηρίστηκε από την Jill Salberg (2015) ως «αποτυχία μαρτυρίας», όπως στις περιπτώσεις των αγνοούμενων, και έχει σημαντικές συνέπειες στον ψυχισμό του παιδιού. Η Salberg προχωρά στη διαπίστωση ότι η απουσία ενός συναισθηματικά διαθέσιμου γονέα έχει ως αποτέλεσμα το παιδί να προσκολλάται όχι μόνο σε αυτό που υπάρχει στο παρόν αλλά και σε αυτό που είναι απών. Αυτό που ο Gerson (2009), παραπέμποντας στον Green (1972), ονομάζει ο «νεκρός τρίτος».
Οι συνεδρίες μας άρχισαν να διεξάγονται δια ζώσης τον Σεπτέμβριο του 2022. Στην πρώτη μας συνάντηση, η κυρία Μ φοράει μάσκα. Μου λέει ότι δεν την φοράει για να προστατευτεί από τον κορωνοϊό αλλά γιατί δεν έχει φτιάξει τα δόντια της. Οι συνεδρίες μας συνεχίζονται και η κυρία Μ συνεχίζει να φοράει μάσκα. Το εκλαμβάνω ως έλλειψη εμπιστοσύνης και δυσκολεύομαι. Αναρωτιέμαι γιατί με κρατάει σε απόσταση και υποπτεύομαι ότι φοβάται την επιθετικότητα της. Όπως την φοβάμαι και εγώ. Με αφορμή την επιδείνωση της υγείας της μητέρας της, αναδύεται με δειλό τρόπο ο θυμός απέναντι στην οικογένεια της. Εκφράζει πλέον ανοιχτά τη δυσφορία της για το γεγονός ότι θεωρείται δεδομένο από τον μεγάλο της αδελφό πως θα την γηροκομήσει εκείνη.
Μετά από αρκετές συναντήσεις, η κυρία Μ αρχίζει να βγάζει τη μάσκα. Σε μια κομβική συνεδρία, μου λέει ότι της αρέσει να βωμολοχεί γιατί είναι «λαϊκή γυναίκα» όμως δεν το κάνει μπροστά μου, αφήνοντας να εννοηθεί ότι εγώ είμαι ταξικά ανώτερη. Αυτό το συμβάν είναι καταλυτικό για τη μεταξύ μας σχέση. Η κυρία Μ δεν φοράει μάσκα και μιλάει ανοιχτά για τον θυμό της απέναντι στον αδελφό της, στον άντρα της και εντέλει στη μητέρα της. Καθώς η θεραπεία προχωράει, η κυρία Μ αρχίζει να ζητάει συνέχεια αλλαγή της ημέρας και της ώρας της συνεδρίας καθώς και να υπάρχει η εναλλακτική επιλογή του διαδικτύου. Στην ερώτηση μου «Τι διαπραγματευόμαστε πραγματικά;» απαντάει χωρίς δισταγμό «Θέλω να κάνω κι εγώ πράγματα για τον εαυτό μου». Στην παρατήρηση μου ότι η θεραπεία είναι ένα από αυτά, μου λέει ότι «έχει βαρεθεί να κάνει αυτά που θέλουν οι άλλοι». Την κοιτάζω δίχως δισταγμό και της επισημαίνω ποιο είναι το πλαίσιο. Θα ακολουθήσει ακύρωση της επόμενης συνεδρίας και απαίτηση για διαδικτυακή επιλογή. Δεν το δέχομαι, με αποτέλεσμα να μην προσέλθει καθόλου στη συνεδρία. Ο θυμός της κυρίας Μ έχει πλέον εκδηλωθεί πλήρως. Ταυτόχρονα, όμως, με δυσκολεύει ο δικός μου εκνευρισμός. Χάρη στην εποπτεία μου, καταφέρνω να συγκρατήσω τον εαυτό μου και να αντιδράσω συγκροτημένα. Συγκεκριμένα, παροτρύνομαι να συζητήσω ανοιχτά μαζί της την ενόχληση μου. Ωστόσο, διαπιστώνω ότι ο πραγματικός κίνδυνος είναι να υποχωρήσω αμαχητί λόγω της διαφοράς ηλικίας που έχουμε, μετατρέποντας την κυρία Μ σε δικό μου γονέα.
Λίγο πριν διακόψουμε τις συνεδρίες μας για το καλοκαίρι, η κυρία Μ μου λέει ότι η μητέρα της είναι στο νοσοκομείο. Την επισκέπτεται καθημερινά. Κάθεται απέναντι της και της μιλάει. Μου αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «για πρώτη φορά αισθάνομαι ότι είμαι ένας διαφορετικός άνθρωπος από τη μητέρα μου.» Νιώθω ότι μια νέα πραγματικότητα ξεκινάει.
Τον Σεπτέμβριο του 2023 αρχίζουμε τις συνεδρίες μας ξανά δια ζώσης. Αναφέρει ότι έχουν υποχωρήσει κατά πολύ τα σωματικά της συμπτώματα. Ταυτόχρονα, όμως, νιώθει θλίψη. Η κυρία Μ βιώνει την απώλεια που δεν πένθησε η μητέρα της αλλά πενθεί και για την απουσία της μητέρας της όταν εκείνη την είχε ανάγκη. Επιπλέον πενθεί και την απώλεια των συμπτωμάτων της, της άρρωστης πλευράς της και των δευτερογενών οφελών της. Όσο προχωρούν οι συνεδρίες, αισθάνομαι ότι η σχέση μας εξελίσσεται καθώς με αφήνει να την προσεγγίσω. Στις διηγήσεις της κάνει χρήση βωμολοχίας, αν και περιορισμένη. Καθώς περιγράφει την ανησυχία για την εγγονή της επειδή έχει πρήξιμο στα μάτια, εκφράζει την ανησυχία της για μένα επειδή έχω και εγώ το ίδιο. Αρχίζει δειλά να με προσεγγίζει και εκείνη.
Οι συνεδρίες μας συνεχίζονται σταθερά μέχρι σήμερα δια ζώσης. Στο προσκήνιο έχουν αναδυθεί οι σχέσεις της κυρίας Μ με τον άντρα της και τις κόρες της ενώ ταυτόχρονα την κινητοποιεί η δεύτερη εγκυμοσύνη της μεγάλης της κόρης.
Το θεραπευτικό μας ταξίδι συνεχίζεται μέσα σε νηνεμία αλλά και αναταράξεις. Όσο αναγνωρίζει τα δύσκολα συναισθήματα τα οποία φέρνει το αβιώτο πένθος για τα μέλη της οικογένειας της που έχουν φύγει από τη ζωή αιφνιδιαστικά, ανοίγει ο χώρος για συν-δημιουργία. Ένας χώρος όπου δοκιμάζονται νέοι τρόποι συσχέτισης .
Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Mitchell (1997), η υποκειμενικότητα του αναλυτή και του αναλυόμενου αναδύεται στο εδώ-και-τώρα του θεραπευτικού δωματίου και η αλληλεπίδραση συμβαίνει τόσο εντός όσο και μεταξύ διαφορετικών μερών του εαυτού αλλά και του κόσμου των εσωτερικευμένων αντικειμένων. Με την κυρία Μ συν-δημιουργούσαμε η μία την άλλη καθώς και την ίδια μας τη σχέση ωσάν τον δι-υποκειμενικό αναλυτικό τρίτο που περιγράφει ο Ogden (1994).
Bion, W.R. (1955). Language and the chizophrenic. In Klein M, Heinmann P, Money-Kyrle RE (eds) New Directions in Psychoanalysis. London: Tavistock, pp. 220-239
Bowlby, J. (1958). The nature of the child’s tie to his mother. Int. J. Psychoanal., 39 :350-373
Charalambides, S. (2017). The Group in two Minds: Sibling and Group as-a-Whole transference and Countertransference. Group, 41(3), 229-242
De Bei, F. & Dazzi, N. (2014). Attachment and Relational Psychoanalysis: Bowlby According to Michell, Psychoanalytic Dialogues, 24:5, 562-577
Faimberg, H. (2005). The Telescoping of Generations. Listening to the Narcissistic Links between Generations. London/New York: Routledge
Ferenczi, S. (1932). The confusion of tongues between the adults and the child. Int. J. Psychoanal., 30:225-230, 1949
Fonagy, P. (1999). Attachment Theory and Psychoanalysis. New York: Other Press
Gerson, S. (2009). When the third is dead: memory, mourning, and witnessing in the aftermath of the Holocaust. Int. J. Psychoanal. 90:1341 – 1357
Green, A. (1972). The dead mother: In One Private Madness. London: Rebus Press
Klein, M. (1946). Notes on some schizoid mechanisms. In Developments in Psychoanalysis, ed. J. Riviere. London: Hogarth Press, 1952, pp 292-320
Mitchel, S. (1997). Influences & Autonomy in Psychoanalysis. Hillsdale, NJ: The Analytic Press
Ogden, T.H. (1979). On projective identification. International Journal of Psychanalysis 60 : 357-373
Ogden, T.H. (1994). The analytic third: Working with intersubjective clinical facts, International Journal of Psychoanalysis, 75:3-19
Salberg, J. (2015). The Texture of Traumatic Attachment: Presence and Ghostly Absence in Transgenerational Transmission, The Psychoanalytic Quarterly, 84: 1, 21-46
Seligman, S. (1999) Integrating Kleinian theory and Intersubjective infant research Observing Projective Identification. Psychoanalytic Dialogues. 9:2, 129-159
Sullivan, H.S. (1953). The Interpersonal Theory of Psychiatry. New York: Notton
Winnicott, D. W. (1949). Mind and its relation to the psych-soma. In Through Paediatrics to Psychoanalysis. New York: Brunner/Mazel, 1992